Ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα



‘Oταν πλέον η θεομηνία κόπασε, μετά από εννιά μερόνυχτα, η κιβωτός (το πλοιάριο) του Δευκαλίωνα προσάραξε στην πιο ψηλή κορφή του Παρνασσού.


Βλέποντας τριγύρω τους ένα έρημο τοπίο, έχοντας απομείνει μόνοι, ένιωσαν καυτά δάκρυα να κυλούν από θλίψη χωρίς σταματημό στα μάγουλα τους : ο κόσμος που είχαν γνωρίσει, η Εποχή του Χαλκού είχε χαθεί. Ο φτεροπόδαρος αγγελιοφόρος των θεών του Ολύμπου, ο Ερμής, τους είχε οδηγήσει σοφά στα ψηλά, εκεί που μόνο ουρλιαχτά λύκων ακούγονταν. Και εκεί, οι δύο τους ίδρυσαν μια πόλη την Λυκώρεια, στην κορυφή της τωρινής Λιακούρας.

Ταλαιπωρημένοι αλλά και ευγνώμονες, περιπλανήθηκαν ώσπου κατέφυγαν στο ιερό της χρησμοδότριας Θέμιδας, στους πρόποδες του Παρνασσού θέλοντας να ευχαριστήσουν τον προστάτη των φυγάδων, Δία, για την σωτηρία τους. Ο Δίας πάντα εμπιστευόταν τη κρίση της Θέμιδας. Άλλωστε με την βοήθεια της δεν είχε νικήσει την Γιγαντομαχία; Τότε η κόρη της Γαίας και του Ουρανού, θεά της δικαιοσύνης, τους συμβούλεψε να συνεχίσουν τον δρόμο τους, πετώντας στο διάβα τους πέτρες, «λάας». Έτσι και έπραξαν : όσες πέτρες πετούσαν ο Δευκαλίων άνδρες γινόντουσαν, εκείνες που έριχνε η Πύρρα σε γυναίκες μεταμορφώνονταν. Από αυτές τις πέτρες πλάστηκε ο πρώτος λαός, έτσι δημιουργήθηκε το γένος Ελλήνων, σύμφωνα με τη μυθολογία. Ο πόθος του Δευκαλίωνα να αναγεννηθεί το γένος των ανθρώπων είχε εκπληρωθεί.