top photo

Οι πρώτοι Έλληνες

 
Στο Οινοχώρι, πολλά είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα που κατά καιρούς ξεπρόβαλλαν μέσα από τη γη, για να προσφέρουν τη πολύτιμη μαρτυρία τους για χρόνους μακρινούς στα βάθη των αιώνων.
 
Η αρχαία περιμετρική οχύρωση, τα ερείπια ιερών χώρων, κατασκευές που αναδύονται στη περιοχή, το σύστημα οργανωμένου υδραγωγείου στη πηγή Καναλάκι και στη πηγή Κατέρω,  τα εργαλεία από σίδηρο που αποκάλυψε ο πανύψηλος βράχος το Ψηλό Κοτρώνι, οι συστάδες ταφικών μνημείων, οι προμαχώνες …μας αποκάλυψαν μια οργανωμένη κοινωνία γύρω από την ακρόπολη της πρωτεύουσας των Δρυόπων, ΔΡΥΟΠΗ.
 
Όμως,κάπου γύρω στα 1300 π.Χ., οι Μακεδνοί κατά τη κάθοδο τους από την οροσειρά της Πίνδου προς τη κεντρική Ελλάδα, ένας λαός  «πολυπλάνητος», όπως τους αποκαλεί ο Ηρόδοτος, με όπλα από σίδηρο, κατάφεραν με αριθμητική υπεροχή να εκδιώξουν τους φιλήσυχους Δρύοπες και να επιβάλλουν τη διάλεκτο τους.  Αργότερα, θα πάρουν το όνομα Δωριείς.  Η Δρυοπίδα αλλάζει το όνομα της σε Δωρίδα.
 
Εξήντα χρόνια μετά το πόλεμο της Τροίας, εκτοπισμένοι από τα δωρικά φύλλα κι αφού κυριεύτηκε η πόλη τους Δρυόπη, θα εγκαταλείψουν τη Δωρίδα για τη Πελοπόννησο, τα νησιά του Αιγαίου, τα παράλια της Μικράς Ασίας.  Στη Πελοπόννησο, μας πληροφορεί ο περιηγητής και ιστορικός Παυσανίας, έγιναν ικέτες του βασιλιά Ευρισθέα και εγκαταστάθηκαν στην Ασίκη της Αργολίδας.
 

Αυτή τη περίοδο,δημιουργούνται συνεκτικοί δεσμοί στον ελλαδικό χώρο, υφαίνεται μια πανελλήνια συνείδηση και καθιερώνεται το κοινό όνομα «Έλληνες».

Έτσι πλάστηκε ο αρχαίος μύθος των Ηρακλειδών, ότι δηλαδή οι απόγονοι του Ηρακλή επέστρεψαν στο τόπο από όπου είχαν εκδιωχθεί και συμμάχησαν με τους Δωριείς.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:

Τότε που ο βασιλιάς της Τίρυνθας και των Μυκηνών, Ευρυσθέας, εκείνος που διέταξε τον Ηρακλή να φέρει εις πέρας  δώδεκα άθλους ως τιμωρία για ένα μεγάλο ηθικό παράπτωμα, μετά το θάνατο του ημίθεου, καταδίωξε ανελέητα τους γιους του Ηρακλή, φοβούμενος μήπως διεκδικήσουν το θρόνο του.

Ο Ηρακλής, βλέπετε, καταγόταν από τον ιδρυτή των Μυκηνών, Περσέα, από τη γενιά της μητέρας του, κι όταν ο Ευρυσθέας πέθανε, οι απόγονοι του μυθικού ήρωα αφού συμβουλεύτηκαν το μαντείο των Δελφών, επέστρεψαν από την εξορία για να διεκδικήσουν τη πατρική κληρονομιά.

Πολλοί μελετητές,όταν αναφέρονται στην εποχή της «Καθόδου των Δωριέων», μιλούν για σκοτεινούς αιώνες καθώς δεν μας άφησαν μαρτυρίες πολιτισμού, δηλαδή γραπτά μνημεία, καλλιτεχνήματα…η  γραφή, η λιθοτεχνία, η  ζωγραφική φαίνεται πως χάθηκαν. Γνωρίζουμε όμως ότι ακολούθησε μια πολύ φωτεινή για το πνεύμα περίοδος,η αρχαική.

Θυμάσαι το Δούρειο ίππο που ξεγέλασε τους Τρώες κι ήταν φτιαγμένος από ξύλο?

Στα χρόνια που άνθιζε ο μυκηναϊκός πολιτισμός, η κατάληξη σε -ευς σήμαινε την ασχολία,το επάγγελμα.  Ενώ, η ρίζα δώρ- σήμαινε το ξύλο.  Οδηγούμαστε λοιπόν, στο συμπέρασμα πως η λέξη « δωριεύς» σήμαινε ξυλοκόπος. Με τα μάτια της φαντασίας μας, ταξιδεύουμε εκεί ψηλά,στις απάτητες κορφές με τα ψηλά δάση όπου ο λαός σίγουρα θα κάλυπτε πολλές ανάγκες με την υλοτομία.

Αλλά κι ο μύθος του βασιλιά της Αθήνας Κόδρου μας πληροφορεί ότι για να σώσει τη πόλη του από τους εισβολείς Δωριείς, ο βασιλιάς μεταμφιέστηκε σε ξυλοκόπο ώστε να μη ξεχωρίζει από αυτούς, σε Δωριέα δηλαδή.

Γύρω στα 1200 π.Χ., διαδραματίζονται μεγάλες αλλαγές στη ζωή που γνώριζαν οι άνθρωποι:

- ο ακμαίος σπουδαίος πολιτισμός των Μυκηνών καταρρέει.  Οι πολύχρυσες Μυκήνες σβήνουν σιγά σιγά,  ίσως από ξένες εισβολές, εσωτερικές διαμάχες, φυσικές καταστροφές.  Αποθανατίζονται ευτυχώς μέσα από την Ιλιάδα του Ομήρου.

- η γραφή που χρησιμοποιούσαν ως τώρα, η γραμμική Β´ εγκαταλείπεται καθώς εισάγεται το απλούστερο φοινικικό αλφάβητο.

-η παντοδύναμη εμπορική δραστηριότητα των Ελλήνων, στη Μεσόγειο, πέφτει σε μαρασμό, με αποτέλεσμα να κυριαρχήσουν οι Φοίνικες.

-νέοι και παλαιοί κάτοικοι αναμιγνύονται, διαπλάθοντας τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού πολιτισμού: το πολίτευμα της βασιλείας δίνει τη θέση του σε άλλα, δημιουργείται ο θεσμός της πόλης- κράτους, ιδρύονται πανελλήνια και τοπικά ιερά…

-εμφανίζεται η λατρεία των ηρώων της μυθολογίας μας,όπως αυτή του Ηρακλή.